Most Popular

Αγγελική Μητροπούλου

Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Ιδρυτικό μέλος και επιστημονική συνεργάτιδα του Ινστιτούτου ΕΝΑ, Ερευνητική σύμβουλος

Ο Υπερτουρισμός στο μικροσκόπιο

“δεν έχουμε μια συνολική, εμπεριστατωμένη και σε βάθος εικόνα του ποιοι είμαστε, τι είμαστε και μέχρι πόσο μπορούμε να δώσουμε ως χώρα”

Συνέντευξη στην Κατερίνα Σπανούδη

 

 

Η κυρία Αγγελική Μητροπούλου πρόσφατα ολοκλήρωσε το διδακτορικό της με θέμα τη βιώσιμη ανάπτυξη των ελληνικών νησιών, λαμβάνοντας υπόψιν τόσο την έννοια της βιωσιμότητας όσο και την έννοια της ταυτότητας των τόπων. Έχει εργαστεί στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, έχει υπάρξει διευθύντρια ερευνών και πλέον είναι σύμβουλος σε έργα και μελέτες για τον τουρισμό, τη νησιωτικότητα, και άλλες πτυχές της «γαλάζιας οικονομίας», όπως λέγεται αυτό το πεδίο που περιλαμβάνει όλες τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τη θάλασσα. Επίσης, είναι ιδρυτικό μέλος και επιστημονική συνεργάτιδα του Ινστιτούτου ΕΝΑ και παράλληλα συνεργάζεται με το Παρατηρητήριο Βιώσιμου Τουρισμού του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Το άρθρο της: «Υπερτουρισμός: μετρήσιμο μέγεθος, έκφανση του μαζικού τουρισμού ή ένα σύγχρονο πρόβλημα των κατοίκων;» δημοσιεύθηκε στο πλαίσιο του πρότζεκτ «Staycation» από το Ινστιτούτο Eteron, με σκοπό τη διερεύνηση του υπερτουρισμού και την ανάπτυξη στρατηγικών βιώσιμου τουρισμού, και υπήρξε η αφορμή για την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας.

Στο πλαίσιο ενός project του Ινστιτούτου Eteron, με τίτλο Staycation, έχετε γράψει το άρθρο «Υπερτουρισμός: μετρήσιμο μέγεθος, έκφανση του μαζικού τουρισμού ή ένα σύγχρονο πρόβλημα των κατοίκων;». Τι είναι ο υπερτουρισμός; Και πότε πρωτοεμφανίστηκε σαν όρος;
Λοιπόν, ο υπερτουρισμός άρχισε να χρησιμοποιείται έντονα στη δημόσια συζήτηση λίγο πριν τον COVID, το 2018-2019. Πρωτοεμφανίστηκε σαν όρος με αφορμή την Ισπανία, όπου άρχισαν να φανερώνονται και τα πρώτα κινήματα εναντίωσης στους τουρίστες με πανό και πλακάτ «Tourists go home». Έτσι, ο υπερτουρισμός μαζί με ένα άλλο αναδυόμενο φαινόμενο, την τουριστοφοβία, πήγαιναν χέρι-χέρι με την εξάπλωση της οικονομίας διαμερισμού, δηλαδή του λεγόμενου Airbnb, το οποίο είχε σαρώσει τις πόλεις. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το φαινόμενο των ανεξέλεγκτων Airbnb δεν έχει να κάνει μόνο με το οικιστικό απόθεμα, αλλά μεταβάλλει τους χαρακτήρες ολόκληρων γειτονιών και αυτό το έχουμε δει πια και στην Αθήνα. Γι’ αυτό ξεφυτρώνουν περίεργοι φούρνοι ο ένας μετά τον άλλον, που αντί για παραδοσιακές τυρόπιτες πουλάνε cinnamon roll και matcha τσάι και η εστίαση γενικότερα πάει να τα σαρώσει όλα. Εξαφανίζονται παραδοσιακά καταστήματα, και μεταξύ αυτών πλήττεται φυσικά και η αργυροχρυσοχοΐα, καθώς πολλά εργαστήρια έχουν κλείσει και κοσμηματοπωλεία εκτοπίζονται γιατί δεν μπορούν πια να αντέξουν τα ενοίκια.


Επομένως ο υπερτουρισμός είναι ένα φαινόμενο το οποίο είναι και δεν είναι καινούργιο. Άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτόν, είναι και η φέρουσα ικανότητα. Η φέρουσα ικανότητα είναι ένα εργαλείο, όχι φαινόμενο, το οποίο μετράει με δείκτες την ενέργεια, τα ζητήματα χωροταξίας και τουριστικής κίνησης, και αποτυπώνει τα αντικειμενικά όρια αντοχής μιας περιοχής. 
Ο υπερτουρισμός ουσιαστικά έρχεται και βάζει σε αυτές τις μετρήσεις, τη διάσταση της δυσφορίας των κατοίκων. 

 

Ο υπερτουρισμός δηλαδή έχει πιο συναισθηματικό υπόβαθρο, ενώ η φέρουσα ικανότητα πιο πρακτικό; 
Πιο πρακτικό και πιο αντικειμενικό. Για παράδειγμα, μπορεί σε μία παραλία η φέρουσα ικανότητα να δείχνει ότι χωράνε μέχρι χίλια άτομα, βάση των τετραγωνικών μέτρων και άλλων μετρήσεων, αλλά οι επισκέπτες της παραλίας να αισθάνονται τη δυσφορία στα πεντακόσια ή στα δύο χιλιάδες άτομα. Μπορεί στα πεντακόσια άτομα να λένε ότι έχουμε υπερτουρισμό. 

 

Αυτός είναι και ο λόγος που σύμφωνα με την έρευνα του Eteron, το 30,5% πιστεύει ότι η Ελλάδα πάσχει από υπερτουρισμό, ενώ το 45,6% θεωρεί ότι η χώρα μας δεν αντιμετωπίζει ακόμα αυτό το πρόβλημα; 
Ναι, γιατί ο υπερτουρισμός είναι αίσθηση.  Μια άλλη περιγραφική λέξη είναι ο συνωστισμός, και αρκετοί επιχειρηματίες προτιμούν να διαχωρίζουν αυτές τις δύο έννοιες. Δηλαδή λένε ότι στην Ακρόπολη και σε κάποια άλλα μέρη της Αθήνας υπάρχει συνωστισμός, αλλά αυτό δεν ισοδυναμεί με υπερτουρισμό σε ολόκληρη την πόλη.

Μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει υπερτουρισμός στη χώρα μας; 
Υπερτουρισμός συνολικά στη χώρα θεωρούμε ότι δεν υπάρχει. Παρατηρείται όμως αδιαμφισβήτητα σε συγκεκριμένους προορισμούς ανάλογα με την εποχικότητα. 
Όταν μελετάμε αυτό το φαινόμενο, δε γίνεται να μη λαμβάνουμε υπόψιν τη φέρουσα ικανότητα μαζί με τη δυσφορία των κατοίκων και των άλλων επισκεπτών. Γιατί η δυσφορία μπορεί να είναι και στους επισκέπτες, αν πάρουν μαζί τους καθημερινά προβλήματα όπως το άγχος του πάρκινγκ ή του να προλάβουν να κλείσουν σε κάποιο εστιατόριο για να μπορέσουν να φάνε.
Επομένως, λέμε ότι υπάρχει συνωστισμός σε πολλά μέρη και συναντάται και το φαινόμενο του υπερτουρισμού, αλλά όχι καθολικά στη χώρα. 

 

Ποιες είναι οι αιτίες του υπερτουρισμού;
Ο υπερτουρισμός εμφανίζεται εκεί όπου δεν υπάρχει οργάνωση. Εκεί που τα πράγματα είναι ανεξέλεγκτα, χωρίς να μπαίνει κανένας περιορισμός ας πούμε στα Airbnb, ή στις επενδύσεις που μπορεί να έχουν καταστροφικά αποτελέσματα, όπως το να εκτοπίζονται οι κάτοικοι από τα αστικά κέντρα, ή να διώχνονται οι δάσκαλοι από τον Απρίλιο-Μάιο.  Αυτό αλλάζει τη λειτουργικότητα των τόπων.


Ο υπερτουρισμός λοιπόν είναι φυσικό και επόμενο στις χώρες που συνεχίζουν να ακολουθούν πιστά αυτό τον ανεξέλεγκτο, αυτοματισμό του μαζικού τουρισμού. Είναι δηλαδή απόρροια του μαζικού τουρισμού των τελευταίων τριάντα ετών και έρχεται βέβαια σε συνδυασμό με κάποια πράγματα που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, όπως η φυσική κίνηση των ανθρώπων. Για παράδειγμα, οι πτήσεις έχουν γίνει πλέον πάρα πολύ φθηνές σε σύγκριση με πριν από τριάντα χρόνια.

Στην ίδια έρευνα του Eteron, που έγινε στο πλαίσιο του «staycation», το 74,4% του κόσμου απάντησε ότι η επίδραση του Τουρισμού είναι θετική στη χώρα. Τι αλλάζει όταν μιλάμε για υπερτουρισμό; 
Εγώ δε θα χρησιμοποιούσα καν τη λέξη υπερτουρισμό. Η φράση που μου αρέσει είναι «ο ανεξέλεγκτος τουρισμός,  χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν τα όρια αντοχής τόπων και κοινωνιών». Γιατί φυσικά, δε θέλουμε να δαιμονοποιήσουμε τον τουρισμό γενικά.
Κάτι άλλο σημαντικό είναι ότι ο υπερτουρισμός και γενικά ο τρόπος που εξελίσσεται ο τουρισμός δε συμβαίνει εν κενώ. Δηλαδή παρατηρούμε ταυτόχρονα πολύ σοβαρές γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά και μία ακόμα μεγάλη μεταβολή: την κλιματική αλλαγή. Έρχεται λοιπόν ο υπερτουρισμός και «κουμπώνει» μαζί με επιπτώσεις και άλλων τάσεων και φαινομένων. 
Για παράδειγμα, με την κλιματική αλλαγή, βλέπουμε καιρικά φαινόμενα που δεν υπήρχαν. Παρατηρείται διάβρωση των παραλιών και διάβρωση των ήδη υπαρχουσών υποδομών που μπορεί να έχουν φτιαχτεί πριν τριάντα χρόνια. Η Μεσόγειος αυτή τη στιγμή ανήκει στις τρεις περιοχές παγκοσμίως που κινδυνεύουν περισσότερο από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Δε θα μπορούν να δέσουν πλοία, θα είναι επικίνδυνα. Πρέπει να γίνουν σοβαρές υποδομές αναβάθμισης. Πλημμυρίζουν νησιά, φαινόμενα που δεν τα βλέπαμε πριν δέκα χρόνια, με αποτέλεσμα συγκεκριμένες περιοχές να γίνονται πιο ευάλωτες. 
Άρα παρατηρείται μία ευαλωτότητα η οποία αυξάνει και τις ανισότητες. Ναι μεν οι περισσότεροι στη χώρα μας σχετίζονται και εξαρτώνται έμμεσα ή άμεσα από τον τουρισμό, γεγονός που προφανώς τους κάνει να τίθενται υπέρ του, όμως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι τα τελευταία χρόνια, πάρα πολλοί κάτοικοι έχουν αρχίσει να παραπονιούνται, ακόμα και αν οι ίδιοι επωφελούνται από τον τουρισμό. Γιατί βλέπουν να χάνεται η ποιότητα ζωής τους. Ενώ δηλαδή ο τουρισμός βελτιώνει ένα μέρος της ζωής τους, ξαφνικά βλέπουν ότι έχει αρχίσει να τους παίρνει κάτι άλλο. Άρα οι άνθρωποι έχουν αρχίσει και ζυγίζουν τα πράγματα. 
Φυσικά, ένα άλλο πάρα πολύ μεγάλο ζήτημα που συνδέεται με τον (υπερ)τουρισμό είναι το στεγαστικό, ειδικά στα αστικά κέντρα και στις δημοφιλείς περιοχές. Είναι τεράστιο το πρόβλημα των ανεξέλεγκτων Airbnb και ακριβώς επειδή ο τουρισμός είναι το αντικείμενο των αναπτυξιακών μας ερώτων, είναι πάρα πολύ δύσκολα τα πράγματα στη χωροταξία και στην οριοθέτηση των μεγάλων επενδύσεων.

Πώς αλλιώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα; Ποια είναι η εναλλακτική πέρα από το υπάρχον οικονομικό μοντέλο του τουρισμού; 
Η εναλλακτική και αυτό που θέλουμε είναι ο βιώσιμος τουρισμός, ο οποίος επιτρέπει στους τόπους που αποτελούν προορισμούς, να είναι ισορροπημένοι με οικονομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς όρους. Δεν είναι λάθος, το να υπάρχει στόχευση και στους τουρίστες του εξωτερικού, αξίζει όμως λίγο να ενσκήψουμε στο ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι που έρχονται. Γιατί αν πάρουμε είτε όλους τους δείκτες της Τράπεζας της Ελλάδος, της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, του SETE, ή του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου, είτε κάποια στοιχεία και τα δούμε μεμονωμένα, είτε αν κολλήσουμε μόνο στους αριθμούς που μπορεί να δείχνουν ένα λεγόμενο «success story» για τον τουρισμό, η αλήθεια θα κρύβεται και σε ποιοτικά στοιχεία. Για παράδειγμα, πόσα δαπανούν όταν κατεβαίνουν στην Ελλάδα οι τουρίστες που έρχονται με κρουαζιέρα; Πού τα δαπανούν; Τα δαπανούν στην εστίαση, στο τοπικό εμπόριο, στα πολύ ακριβά brands; 


Έχει δηλαδή μια σημασία να βλέπουμε την πορεία και όλο τον κύκλο του τουρίστα, εκτός από το ότι δαπάνησε, ας πούμε, πεντακόσια ευρώ τη βδομάδα του, πέρα από τα αεροπορικά και τη διαμονή του. Έχει σημασία να ξέρουμε και πού πάνε αυτά τα πεντακόσια ευρώ.
Θέλουμε λοιπόν τους «ποιοτικούς» τουρίστες, απλά δεν πρέπει να επικεντρωθούμε μόνο εκεί. Πρέπει να υπάρχουν πολλές παράλληλες στρατηγικές: να στοχεύουμε και σε τουρίστες που μπορεί να είναι μεμονωμένοι, να σέβονται το περιβάλλον, και να θέλουν να εξερευνήσουν τις περιοχές εκτός από την περίοδο υψηλής ζήτησης. Παρότι γνωρίζουμε ότι ο τουρισμός έχει και εποχικότητα, χρειαζόμαστε τουρίστες που θέλουν πραγματικά να γνωρίσουν τους τόπους, με μία διάθεση πολιτισμικής ανταλλαγής. 


Ας πάρουμε για παράδειγμα τους λεγόμενους silver tourists, που είναι άνθρωποι τρίτης ηλικίας, συνήθως από το εξωτερικό και προτιμούν να ταξιδεύουν τις πιο ήσυχες περιόδους και να μένουν στους τόπους για μεγαλύτερο διάστημα. Αυτοί επιθυμούν να γνωρίσουν βαθύτερα έναν τόπο και αρκετοί επιστρέφουν ξανά και ξανά, ενώ μπορεί να προμηθευτούν και σπίτι στη χώρα. Αναζητούν αυθεντικές εμπειρίες και όχι μαζικά πακέτα, ενώ αγοράζουν τοπικά προϊόντα υψηλής αξίας, όπως κοσμήματα.
Λοιπόν, αυτούς θέλουμε. Που δε συμβάλλουν στον υπερτουρισμό και μπορούν να αποτελέσουν μέρος της λύσης. Δηλαδή πρέπει να βρούμε ποιες είναι αυτές οι ειδικές ομάδες που μπορούν να βοηθήσουν στη στροφή σε ένα πιο υγιές μοντέλο για την Ελλάδα, γιατί σκοπός δεν είναι να κατακεραυνώσουμε τον τουρισμό ως την πηγή όλων των δεινών, ούτε βέβαια θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο μαζικός τουρισμός είναι ανατρέψιμος από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειάζεται σταδιακά να αρχίσουμε να προσελκύουμε ομάδες τουριστών που δε θα ξεζουμίζουν τους τόπους. Θα παίρνουν, αλλά και θα αφήνουν καλά πράγματα. 


Για να γίνει όμως αυτό, δεν μπορούμε να μη συζητήσουμε σοβαρά για τις υποδομές. Διότι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας θέλουν ράμπες και καλά συστήματα υγείας στους τόπους που πάνε. Χρειάζεται οι άνθρωποι να αισθάνονται ασφάλεια από το ζήτημα της υγείας τους, μέχρι το ζήτημα του να κυκλοφορούν το βράδυ στον δρόμο χωρίς να φοβούνται. Δηλαδή η εμπειρία είναι κάτι πολυπαραγοντικό. Και φυσικά, το να θωρακίσουμε τους τόπους χρειάζεται πρώτα και κύρια να γίνει για τους ανθρώπους που ζουν τους τόπους.

Τι πολιτικές χρειάζεται να ακολουθήσει η πολιτεία και τι μπορούν να κάνουν οι τοπικές κοινότητες για τη διαχείριση των αρνητικών εκφάνσεων του τουρισμού και την προσέγγιση του βιώσιμου τουρισμού;
Δεν είναι εφικτό αυτή τη στιγμή να μιλάμε σε όλες τις περιοχές για βιώσιμο τουρισμό, γιατί πρέπει να εκπαιδευτεί και ο κόσμος. Και για να εκπαιδευτεί ο κόσμος πρέπει να λυθούν πρώτα άλλα προβλήματα.
Ωστόσο, αυτό που για αρχή χρειάζεται να γίνει, είναι μία συνεργασία των τοπικών κοινοτήτων με την εκάστοτε κυβέρνηση. Δηλαδή πρέπει αφενός να δομηθεί μία κεντρική νομοθεσία και μία κεντρική κατεύθυνση για τον ελληνικό τουρισμό από την κυβέρνηση, και αφετέρου σε αυτήν να έχουν λόγο οι τοπικές κοινωνίες, οι δήμαρχοι οι κάτοικοι και οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται εκεί, μαζί με όλες τις υπόλοιπες ομάδες ενδιαφέροντος.  Γιατί αυτές κρατάνε τους τόπους ζωντανούς, για να έρθουν οι τουρίστες. Αυτό συνεπάγεται μία εθνική στρατηγική με διάρκεια, όχι που να αλλάζει κάθε εξάμηνο. 
Ένα από τα πάγια προβλήματα του τουρισμού που τίθενται στα τραπέζια των συζητήσεων και στα πάνελ των συνεδρίων συνεχώς, είναι ακριβώς η έλλειψη εθνικής στρατηγικής, που οδηγεί σε ένα ανεξέλεγκτο παραγωγικό οικονομικό μοντέλο. Όμως όσο αφήνουμε τις επενδύσεις χωρίς όρια, τόσο αυτές θα κανιβαλίζουν το ίδιο το προϊόν του τουρισμού. Αν καταστραφούν όλες οι παραλίες, αν καταστραφεί το τοπίο, αυτό δε θα είναι αναστρέψιμο. 


Αυτή τη στιγμή το μήνυμα που δίνουμε δεν είναι ξεκάθαρο. Επειδή δε θέλουμε να αποκλείσουμε κανέναν τουρίστα, πάμε να τους πιάσουμε όλους χωρίς να αναρωτιόμαστε «ποιους τουρίστες θέλουμε τελικά;» Για να στοχεύσουμε έπειτα σε τέσσερις, πέντε ομάδες, όχι σε δεκαπέντε. Προσωπικά αισθάνομαι ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει μια οργανωμένη στρατηγική, γιατί όλα ξεκινάνε από το ότι δεν έχουμε μια συνολική εμπεριστατωμένη και σε βάθος εικόνα του ποιοι είμαστε, τι είμαστε και μέχρι πόσο μπορούμε να δώσουμε ως χώρα.


Πρέπει λοιπόν να γίνει μια σοβαρή κεντρική στρατηγική, η οποία κατ’ αρχάς θα αποτυπώσει την υφιστάμενη κατάσταση σε όλη τη χώρα και όχι μόνο στα νησιά, σύμφωνα με τη φέρουσα ικανότητα των τόπων, και σύμφωνα με την τουριστική κίνηση, παίρνοντας παράλληλα και ποιοτικά στοιχεία. Αυτό είναι ένα φαραωνικό έργο και από το ΣΕΤΕ γίνεται μία πολύ καλή προσπάθεια με κάποιες έρευνες που κάνει για να μετρήσει στάσεις και αντιλήψεις, αλλά δεν επαρκεί.

 
Ειδικά όταν λέμε ότι όλη η χώρα βασίζεται στον πυλώνα του τουρισμού για την ανάπτυξή της.
Έπειτα το δεύτερο που πρέπει να γίνει, είναι να δημιουργηθούν σοβαρές στρατηγικές για να μοιραστεί ο κόσμος σε άλλους προορισμούς και σε άλλους μήνες, κάτι που δεν είναι όσο εύκολο ακούγεται. Γιατί δεν αρκεί σε έναν τουριστικό νησιωτικό προορισμό να έχουμε τον Οκτώβριο δύο ξενοδοχεία ανοιχτά, αν πάει ο επισκέπτης και δεν έχει δραστηριότητες, δεν έχει ένα καφενείο, δεν έχει ένα μπαρ, ένα εστιατόριο. Δεν σημαίνει ότι επειδή κρατήσαμε ένα βραχίονα του τοπικού τουριστικού δυναμικού ανοιχτό, αυτό ισούται με επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Εκεί θέλει πολύ καλή συνεργασία, και πολύ καλή στρατηγική προώθησης. Ότι αυτός ο τουρισμός θα μείνει ανοιχτός και όλο τον Οκτώβρη και ότι κάθε εβδομάδα θα έχει, για παράδειγμα εργαστήριο κεραμικής ή πεζοπορική διαδρομή. Οι επισκέπτες δηλαδή, χρειάζονται λόγους να έρθουν στο νησί off season που θα αντισταθμίζουν, ας πούμε, τον καλό καιρό. Επομένως χρειάζεται πολλή σκέψη και πολύ καλή γνωριμία με όλους τους τόπους και όχι μόνο τα νησιά, καθώς έχουμε και καταπληκτικό ορεινό απόθεμα. 


Αυτό προϋποθέτει συνεργασία του κράτους με τις τοπικές κοινότητες, και των τοπικών κοινοτήτων μεταξύ τους. Δηλαδή οι δήμοι, οι επιχειρηματίες, οι κάτοικοι, όλοι πρέπει να μάθουν να μιλάνε και να συνεργάζονται και να κάνουν και λίγο υπομονή. Γιατί πολλές από αυτές τις στρατηγικές δεν πρόκειται να αποφέρουν αμέσως κέρδη.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη και το υπάρχον οικονομικό μοντέλο του τουρισμού, υπάρχει κάτι που μπορούν να κάνουν οι επιχειρηματίες, για παράδειγμα, στη βιομηχανία του κοσμήματος και του ρολογιού; 
Αρχικά, αξίζει να πούμε ότι, σύμφωνα με κάποια στοιχεία από το ΙΝ.ΕΜ.Υ (Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών) της ΕΣΕΕ, ο δικός σας κλάδος επωφελείται πάρα πολύ λίγο. 
Η πρώτη κατηγορία στις τουριστικές αγορές, είναι τα σουβενίρ, μετά τα τοπικά παραδοσιακά προϊόντα, στη συνέχεια η ένδυση, η υπόδηση και τα δερμάτινα, μετά το σούπερ μάρκετ, έπειτα τα κοσμήματα και τα ρολόγια και τέλος τα είδη ψυχαγωγίας. 


Άρα στην αργυροχρυσοχοΐα, αυτό που μπορούν να κάνουν οι επαγγελματίες είναι καλύτερη επικοινωνία, πιο προστατευτική στους τοπικούς δημιουργούς, ειδικά στο κόσμημα, όπου πέρα από τα πολύ γνωστά και luxury brands, που στοχεύουν σε ένα άλλο κοινό, υπάρχουν και πάρα πολλοί νέοι άνθρωποι, που έχουν στραφεί στο δημιουργικό και καλλιτεχνικό κόσμημα. 
Επομένως οι έμποροι εδώ έχουν χώρο, απλώς σίγουρα όταν πιέζονται από μεγάλα κόστη μπορεί να ξεχνούν λίγο τη δημιουργικότητα του επαγγέλματός τους. Γιατί στον κλάδο σας είτε είσαι αργυροχρυσοχόος είτε είσαι πωλητής, το καθένα έχει τη δική του βαρύτητα και τη δική του ένταση και έκφανση δημιουργικότητας. 


Συνεπώς, όσον αφορά τους επαγγελματίες της λιανικής, μπορούν να κάνουν οργανωμένα σωματεία, κλαδικές μελέτες, να συμμετέχουν και αυτοί σε δικές τους εκθέσεις, όπου μπορούν, και να βοηθήσουν τους Έλληνες δημιουργούς.
Από την άλλη, η χονδρική θα μπορούσε να κάνει περισσότερες μελέτες και συνέδρια και μία καλύτερη οργάνωση του κλάδου. 
Αυτά πάντα είναι κλειδιά σε όλους τους κλάδους. Η οργάνωση, η επικοινωνία μεταξύ των επαγγελματιών, η τεκμηρίωση κλαδικών μελετών, η αποτύπωση προβλημάτων και αιτημάτων, και γενικότερα η καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης, είναι πάντα το σημείο μηδέν. 

 

Άρα επί της ουσίας δεν ισχύει ότι οι επιχειρηματίες είναι ανήμποροι και δεν μπορούν να κάνουν πράγματα.
Ο λόγος που κάποιος αισθάνεται ανήμπορος, συνδέεται με κάτι που δεν έχει να κάνει μόνο με τον κλάδο σας: Πολλές μελέτες που έχει κάνει το ΕΝΑ και άλλα ινστιτούτα κατά καιρούς δείχνουν μια γενική απαξίωση των Ελλήνων πολιτών προς τους θεσμούς, η οποία γενικώς μεγαλώνει. Είτε ο θεσμός αυτός λέγεται κράτος, είτε λέγεται Εκκλησία, είτε λέγεται συνδικάτα, σωματεία. Ο κόσμος έχει χάσει πάρα πολύ την εμπιστοσύνη του, διότι όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης, από το 2008 και 2009, έχουν αφήσει ένα πάρα πολύ έντονο αποτύπωμα.

Ποιος είναι ο τρόπος να αντιμετωπίσουμε αυτή την απαξίωση;
Η συζήτηση για τη συλλογική μιζέρια που συμπαρασύρει και το εμπόριο είναι μεγάλη. Πάντως δεν πρέπει να αφήσουμε να μας ρουφήξει η μαύρη τρύπα, και σε αυτό μπορούν να βοηθήσουν οι κοινωνικοί εταίροι όπως το ΙΝΕΜΥ της ΕΣΕΕ και τα βιομηχανικά επιμελητήρια. Καταλαβαίνω ότι κάποιος μπορεί να έχει άλλες πολιτικές πεποιθήσεις, ή να μη συμφωνεί με τις διοικήσεις αυτών, αλλά είναι κοινωνικοί εταίροι και όπως και να το κάνουμε, έχουν πάντα μεγαλύτερη δύναμη από τις μονάδες. Έτσι είναι η δημοκρατία, πολλοί μαζί ακούγονται καλύτερα. Και γι’ αυτό δεν πρέπει να φοβάται ο κόσμος να δραστηριοποιηθεί εκεί και να πιέζει για αλλαγές και για ημερίδες με ουσία και να δίνει συνεντεύξεις. 


Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι οι άνθρωποι να αλλάξουν την πολιτική τους ταυτότητα, γιατί αυτή τελικά μπορεί να είναι και ο τρόπος που βλέπουν τον κόσμο και την κοινωνία. Το ζήτημα είναι να βρουν τρόπο να την αξιοποιήσουν μαζί με άλλους που την ενστερνίζονται, έχοντας ως γνώμονα τους τόπους και τους ανθρώπους. Γιατί είναι πολύ εύκολο όλοι να μένουμε έξω και να κρίνουμε. Το πιο δύσκολο είναι να βγούμε και να μιλήσουμε για συγκεκριμένα πράγματα. 

 

Τι ρόλο παίζουν οι παγκόσμιες γεωπολιτικές εξελίξεις στην πορεία του τουρισμού στη χώρα μας; Ποια είναι η εκτίμησή σας για τη φετινή τουριστική κίνηση;
Είναι πολύ σοβαρά τα γεωπολιτικά γεγονότα που συμβαίνουν. Η πρώτη και κύρια διάσταση είναι ότι χάνονται ανθρώπινες ζωές. Πέρα από αυτό, γεγονότα τέτοιου βεληνεκούς και από τόσο βασικές αγορές, δε γίνεται να μας αφήσουν ανεπηρέαστους. Πιστεύω ότι θα βγουν πολλά πακέτα προσφορών με κρατήσεις τελευταίας στιγμής για συγκεκριμένους προορισμούς, αλλά σίγουρα μένει να το δούμε. Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντα παρακολουθούμε λίγο πώς ξεκινούν οι τάσεις, αλλά μέχρι να βγουν τα τελικά στοιχεία δεν μπορούμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα. 


Πάντως η Aegean έστειλε ήδη σχετική ενημέρωση ότι θα ανεβάσει τα κόστη των εισιτηρίων της, λόγω της κατάστασης στη Μέση Ανατολή, ενώ αντίθετα μάθαμε ότι δε θα επηρεαστούν τα δρομολόγια των κρουαζιέρων για Ελλάδα. Όσον αφορά τον οδικό τουρισμό, αναμένουμε. 

 

Κυρία Μητροπούλου σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για την τόσο ενδιαφέρουσα συζήτηση. Κλείνοντας, ποιο είναι το μήνυμά σας προς τους αναγνώστες μας, που αποτελούν επαγγελματίες σε έναν εμπορικό κλάδο, αμιγώς τουριστικό;
Θα ήθελα να αφήσουμε ένα αισιόδοξο μήνυμα. Βλέπουμε ότι ο κόσμος έχει αρχίσει να προβληματίζεται και υπάρχει μια αλλαγή νοοτροπίας, αργή μεν, αλλά υπάρχει τόσο στους φορείς όσο και στους επισκέπτες, που αναζητούν πιο αυθεντικές εμπειρίες. Αυτό είναι κάτι που οι επιχειρηματίες ξέρουν εδώ και πολλά χρόνια να το κάνουν πολύ καλά. Συμβουλή μου λοιπόν είναι να δουν πώς μπορούν ο καθένας και η καθεμία να κάνουν δικό τους το κομμάτι της αυθεντικότητας, πάντα με γνώμονα την κοινότητα και την ταυτότητα των τόπων όπου δραστηριοποιούνται. Δεν πρέπει να χάσουμε τους τόπους και τους ανθρώπους από τα μάτια μας, γιατί μετά αυτό δε γυρίζει πίσω. 
Είναι αδιαμφισβήτητα ανεπανάληπτο το απόθεμα που έχουμε στην αργυροχρυσοχοΐα, και οι έμποροι ειδικά αυτού του κλάδου έχουν πολύ δυνατά όπλα και δημιουργικότητα για να μπορέσουν να βγουν μπροστά.